Στο άρθρο «Σπίτια στη Γερμανία. Πόσο χόρτο είχα φάει τόσα χρόνια» πρόσθεσα μερικές ακόμα φωτογραφίες.

Όλο αυτό το διάστημα προσπαθώ να καταλάβω γιατί τα σπίτια είναι έτσι. Αντιλαμβάνομαι το τεράστιο πρόβλημα στέγης στην πόλη που ζω. Όταν μάλιστα απαιτείται συγκεκριμένος χώρος με συγκεκριμένα χρήματα σχεδόν δεν υπάρχουν επιλογές.

Οι επισκευές σύμφωνα με το νόμο πρέπει να γίνονται από εξειδικευμένους τεχνικούς. Αυτοί κοστίζουν και μάλιστα πολύ. Οπότε οι ασθενέστερες τάξεις δεν μπορούν να τους πληρώσουν.

Τα δομικά υλικά μετά την επικράτηση των λεγομένων «bauhaus» βλ. κάτι σαν Praktiker είναι πανάκριβα. 20 βίδες μπορεί να κοστίζουν μέχρι 8€. Μια ανακαίνιση κοστίζει πραγματικά πολλά χρήματα. Υπάρχει όμως και ένας επίσης παράγοντας που ανακάλυψα πρόσφατα.

Το δικό μου σπίτι μου το νοικιάζει ένας συμπαθέστατος παππούλης. Εταιρεία διαχείρισης δεν υπάρχει. Αν έχω ένα πρόβλημα απλά επικοινωνώ μαζί του. Του έδειξα το σπίτι μετά την ανακαίνιση και έπαθε την πλάκα του. Ήπιαμε καφέ μαζί.

Στην περίπτωση της συνεταίρου μου τα πράγματα είναι αλλιώς. Εμπλέκεται εταιρεία διαχείρισης. Για την ακρίβεια μια γυναίκα νεότερης ηλικίας από εμένα.

Μίλησα μαζί της στο τηλέφωνο για δυο προβλήματα που η ίδια προκάλεσε. Με τέτοιο αγενές και προσβλητικό υποκείμενο δεν έχω μιλήσει στο τηλέφωνο σε όλη μου τη ζωή.

Μιλώντας της ευγενικά (έχω μεταπτυχιακό στα καθάρματα) προσπάθησα να της εξηγήσω το πρόβλημα. Τις επικοινωνίες τις κάνω διότι η συνέταιρος δεν μιλά ακόμα Γερμανικά (μαθαίνει). Το πράμα αυτό έβριζε γενικώς την ώρα που της μιλούσα ψυχρά και τυπικά Γερμανικά. Ένα σκουπίδι με δυο πόδια.

Αφού με προσέβαλε προσωπικά και την συνέταιρο πλέον απευθύνομαι στην υπηρεσία προστασίας καταναλωτή και ήδη μίλησα με το δικηγόρο μου για την άσκηση μήνυσης. Έχω το όνομα της ιδιοκτήτριας. Κανείς όμως δεν έχει τηλέφωνό της. Κάτοικος υποτίθεται Μόντε Κάρλο αν κατάλαβα καλά. Θα την βρω ακόμα και αν γεμίσω τα κοινωνικά δίκτυα με την αναζήτηση. Θέλω να της μιλήσω και θα το κάνω.

Κάναμε μια μικρή έρευνα στην οικοδομή. Το παπάρι αυτό (διαχείριση) είναι γνωστή ψυχοπαθής και έχουν πρόβλημα μαζί της πολλοί. Μούγκα όλοι όμως. Κανείς δεν μιλάει.

Πριν από την συνέταιρο έμενε ένας κύριος. Πατέρας 3 παιδιών. Η μάνα νεκρή από καρκίνο. Του φερόταν σαν σκουπίδι. Ο άνθρωπος έφυγε ξηλώνοντας τα σοβατεπί και πιθανότατα πήρε μαζί του και μια πόρτα! Έτσι, για να της την σπάσει. Ποιος ξέρει τι τράβηξε ο άνθρωπος. Ναι, ήταν Γερμανός.

Κρίμα να υπάρχει ένα 8-10% ναζιστικών καθαρμάτων. Στη Γερμανία με βοήθησαν περισσότερο Γερμανοί από όσο με βοήθησαν Έλληνες στα 35 χρόνια που ήμουν Ελλάδα.

Παλεύω ώστε η συνέταιρός να έχει ένα ανθρώπινο σπίτι για την ίδια και τα δυο ανήλικα παιδιά της. Έχει κλάψει πολύ. Θέλω επιτέλους να στερέψουν τα δάκρυα. Θέλω να τη δω να γελάει. Να είναι ευτυχισμένη με την οικογένειά της. Αυτό.

Είναι απάνθρωπο να φέρονται σε μια γυναίκα 46 χρονών με δυο παιδιά που δεν γνωρίζει τη γλώσσα σαν σκουπίδι. Γίνονται κότες όμως μόλις πάρω το τηλέφωνο στα χέρια μου και τους αρχίζω στα καντήλια σε άπταιστα Γερμανικά. Θεωρούν ότι η γυναίκα είναι μόνη και βρίσκουν την ευκαιρία να την ξεσκίσουν. Που να ήξεραν με τι κάφρο μπλέκουν όμως.

Υπάρχει αλήθεια δικαιοσύνη? Όχι δεν υπάρχει. Ήταν ένα από τα πρώτα μαθήματα που πήρα στη ζωή μου. Ζούμε σε έναν άδικο κόσμο. Επικρατεί το δίκαιο του ισχυρού.

Γίνετε ισχυροί και σκίστε τους τα κωλοβάρδουλα. Μη μασάτε. Μια φορά ζούμε μόνο.