Θυμάμαι να γράφω για ξεπούλημα της πατρίδας. Να γράφω για λαοδικεία, εσχάτη προδοσία (μήνυση με τον Αντωνίου), παιδάκια να πεινάνε, σύνορα να αλλάζουν, τη βόμβα της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης.

Τα γράφαμε εποχές που ο κόσμος ακόμα είχε το λεγόμενο «λίπος». Φυσικά ήμασταν «της παπάρας το ανάγνωσμα». Κάναμε ομιλίες με 5-10 άτομα σε πλατείες. Κινήματα στα οποία φωνάζαμε πως χάθηκε η πατρίδα. Δέκα άτομα. Συνήθως άνθρωποι οι οποίοι θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Άνθρωποι με ικανότητες.

Έξι χρόνια μετά πωλούνται ακόμα και τα βότσαλα στις παραλίες. Ένας τυφώνας ιδιωτικοποιήσεων, μέτρα τα οποία θα στείλουν την Ελλάδα στο μεσαίωνα.

Και όμως!

Ουδείς αντιδρά. Ελάχιστοι αντιλήφθηκαν πως θα είναι η Ελλάδα στο προσεχές μέλλον. Κάθε λαός με αίσθημα τουλάχιστον αυτοσυντήρησης θα ήταν σήμερα στους δρόμους. Έτσι απλά αυθόρμητα. Χωρίς σχέδιο, χωρίς σημαίες, χωρίς κόμματα, χωρίς εργατοπατέρες.

Και όμως!

Τίποτε απολύτως. Αν και μετά το ολοκαύτωμα που σχεδιάζεται δεν το αντιλαμβάνεται ο κοινός νους, τι διάολο πήγαινα να κάνω πριν 6 χρόνια. Ποιον περίμενα ακριβώς να ακούσει, να καταλάβει, να δραστηριοποιηθεί?

Όταν καίγεται το σπίτι σου καταφανώς και εσύ κάθεσαι στον κανάπε πως να μιλήσεις σε κάποιον για πρόληψη πυρκαγιάς, για συστήματα έγκαιρης ενημέρωσης?

Που πήγαινες Καραμήτρο. Σήμερα ακόμα με capital controls που ούτε τριτοκοσμικές χώρες έχουν. Με συνταξιούχους καταδικασμένους σε θάνατο. Με συνεχείς κατασχέσεις σπιτιών ανθρώπων με μικρά παιδιά. Με εκατοντάδες χιλιάδες στην ανέχεια, στην πλατεία Συντάγματος είναι μόνο τα περιστέρια.

Θεωρούσα πάντα λάθος τη συγκέντρωση πολιτών μόνο στο Σύνταγμα. Στη Γαλλία δεν μαζεύονται σε ένα Σύνταγμα. Ο καθένας στην πλατεία του. Το φρούριο Σύνταγμα παραείναι καλά μελετημένο για να αποδώσει.

Αλήθεια τι πήγαινα να κάνω. Που απευθυνόμουν.